ἐφόδιος

ἐφόδ-ιος, ον,
A for a journey,

εὐχαί EM348.43

.
II on the road, accessible, BGU1116.8 (i B. C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφόδιος — ἐφόδιος, ον (Α) 1. αυτός που γίνεται για το ταξίδι ή για τον θάνατο, εξιτήριος (α. «ἐφόδιοι εὐχαί» β. «ἐξιτηρίους εὐχάς, ἐφοδίους τοῑς πρὸς ἔξοδον ἰοῡσιν ἤ πρὸς θάνατον», λεξ. Σούδα) 2. αυτός που βρίσκεται πάνω στην οδό, προσιτός, ευπρόσιτος.… …   Dictionary of Greek

  • ἐφόδιος — for a journey masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφοδίους — ἐφόδιος for a journey masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόδιοι — ἐφόδιος for a journey masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοὐφόδιον — ἐφόδιον , ἐφόδιον supplies for travelling neut nom/voc/acc sg ἐφόδιον , ἐφόδιος for a journey masc/fem acc sg ἐφόδιον , ἐφόδιος for a journey neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόδι' — ἐφόδια , ἐφόδια neut nom/voc/acc pl ἐφόδια , ἐφόδιον supplies for travelling neut nom/voc/acc pl ἐφόδια , ἐφόδιος for a journey neut nom/voc/acc pl ἐφόδιε , ἐφόδιος for a journey masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόδιον — supplies for travelling neut nom/voc/acc sg ἐφόδιος for a journey masc/fem acc sg ἐφόδιος for a journey neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀφόδια — ἐφόδια , ἐφόδια neut nom/voc/acc pl ἐφόδια , ἐφόδιον supplies for travelling neut nom/voc/acc pl ἐφόδια , ἐφόδιος for a journey neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφοδίοις — ἐφόδια neut dat pl ἐφόδιον supplies for travelling neut dat pl ἐφόδιος for a journey masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφοδίου — ἐφόδιον supplies for travelling neut gen sg ἐφόδιος for a journey masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφοδίων — ἐφόδια neut gen pl ἐφόδιον supplies for travelling neut gen pl ἐφόδιος for a journey masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.